Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες δικές μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες δικές μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

στη δεύτερη σελίδα



Βρέθηκα μπροστά σε αυτό το βιβλίο τυχαία.
Αφημένο πάνω σε ένα παγκάκι, μόνο του, τράβηξε τη προσοχή μου και το πλησίασα.
Εάν ήταν γράμμα ξένο δεν θα το άνοιγα. Δεν μου αρέσει να μπαίνω αδιάκριτα στην προσωπική ζωή των άλλων. Όμως ήταν βιβλίο, δεν ήταν γράμμα.

Γύρισα το εξώφυλλο.
Ήταν ένα βιβλίο που είχε διαβαστεί από κάποιον.

Γύρισα και την πρώτη σελίδα.
Είχε ένα όνομα, αλλά δεν θα το γράψω...

Στην δεύτερη σελίδα,  τα μάτια μου ταξίδεψαν στις λίγες χειρόγραφες γραμμές.
Απλό το μελάνι, γαλάζιο.
Το άφησα εκεί, απαλά, στην ίδια θέση και έφυγα.

Ήταν ένα βιβλίο που περίμενε κάποιον...

Μου έφτανε αυτό που διάβασα στην δεύτερη λευκή σελίδα του...

"μωρό μου
είμαι ίσως τρελή που θα σου τα γράψω αυτά...
πόσο έχω κολλήσει επάνω σου,
πως το δέρμα μου αγγίζει το δικό σου,
πως ενώνονται τα χέρια μας,
πως η ανάσα σου γίνεται ανάσα μου,
πως τα μάτια μου χάνονται στα δικά σου,
πόσο παραδομένη είμαι σε εσένα
όνειρό μου...
μια τέτοια νύχτα... ας πέθαινα στα χέρια σου...
Θα ήμουν ευτυχισμένη."



Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

perfect


Μια φορά και ένα καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας γέροντας σε ένα καλύβι μακριά από την πόλη, μέσα στο δάσος. Όποιος περνούσε από εκεί, έλεγε μετά ότι πάντα ο γέροντας ζητούσε χαρτιά και μπογιές. Τίποτα άλλο δεν ήθελε. Κανείς ποτέ δεν είχε δει ούτε μία ζωγραφιά. Ούτε ένα σκίτσο.
Δεν φοβόταν κανένα αυτός ο γέροντας. Είχε κάνει φίλο του ένα λύκο, από τότε που ήταν κουτάβι και δεν τολμούσε κανείς να τον πειράξει.
Καθόταν τα απογεύματα στην αυλή του σπιτιού του , με τον λύκο στα πόδια του, φίλο και προστάτη, ακίνητοι και οι δύο σαν αγάλματα. Μερικές φορές κάτι έσκυβε και του έλεγε, ο λύκος γρύλιζε καθώς τον κοιτούσε και αυτό ήταν όλο.
Αχώριστοι.

Δεν είναι τέλειο, είπε στον λύκο. Το έπιασε με τα δυο του χέρια, το τσαλάκωσε και το πέταξε στην φωτιά.
Ήταν κρύο αυτό το βράδυ και ότι ξύλα είχε, τα είχε βάλει να καούν για να τον ζεστάνουν. Τα τελευταία του ήταν. Είχε πολύ παγωνιά για να βγει να κόψει άλλα, και φοβόταν ότι θα ξεπάγιαζε απόψε.
Κοίταξε τη φωτιά λυπημένος.
-Τελικά μόνο εσύ μου απέμεινες …της είπε…Εσύ και αυτό το ζωντανό, χαϊδεύοντας την κουλουριαστή ράχη του λύκου.
Χάρηκε η φωτιά με τα λόγια του και έκανε μια ψηλή πιρουέτα για να τον ευχαριστήσει…
Ξαναπήρε ένα κομμάτι χαρτί, τα μολύβια του και τις μπογιές του και άρχισε πάλι να ζωγραφίζει.
Μετά από ώρα, κοίταξε τη ζωγραφιά του με απογοήτευση. Δεν είναι τέλειο, είπε από μέσα του. Το έπιασε με τα δύο του χέρια, το τσαλάκωσε και το πέταξε στην φωτιά.
Η φωτιά χάρηκε. Χαίρεται να είναι ζωντανή, να υπάρχει.

Πήρε πάλι ένα κομμάτι χαρτί και η σκηνή επαναλήφθηκε μέχρι το ξημέρωμα. Καμία ζωγραφιά δεν ήταν τέλεια στα μάτια του. Όλες κάηκαν. Η μία πίσω από την άλλη, μέχρι που μόνο μια κόλα χαρτί του έμεινε.

Τα μάτια του τον έτσουζαν, λίγο από την αϋπνία, λίγο από τα δάκρυα. Δεν ήξερε εάν δάκρυζε γιατί έτσουζαν τα μάτια του ή δάκρυζε η ψυχή του.
Ένα δάκρυ κύλησε στο χαρτί. Έπεσε εκεί που είχε ζωγραφίσει μια μπούκλα από τα μαλλιά της. Τα μάτια της τον κοιτούσαν έντονα. Μια μουτζούρα εμφανίστηκε εκεί που κύλησε το δάκρυ.
Πήρε το ένα χρώμα, το έδεσε με το άλλο, τα ένωσε και έφτιαξε δικό του χρώμα, διαφορετικό. Και μετά άλλο ένα, σε μια άλλη μπούκλα από τα μαλλιά της, και άλλο ένα, μέχρι που όλα έγιναν υγρά, ρευστά, διάφανα.
Τώρα είναι τέλειο, είπε από μέσα του.
Το άπλωσε και το έβαλε στο μέρος της καρδιάς , μέσα από το πουκάμισό του. Έγειρε εκεί, δίπλα στην φωτιά που  έκαιγε σιγανά, χαμογέλασε και τον πήρε ο ύπνος.
Η φωτιά τον κοίταξε με αγάπη. Κοιμήσου. Εγώ θα σε προσέχω μέχρι να μην υπάρχω πια. Κρίμα που βρήκε αυτό που έφτιαξε τέλειο. Θα μπορούσα να τον ζεστάνω λίγο ακόμη.

Τον βρήκε την άλλη ημέρα ένας περαστικός. Άκουσε τον λύκο να ουρλιάζει και έτρεξε να δει. Η φωτιά σβηστή από ώρες και εκείνος κουλουριασμένος εκεί με ένα χαμόγελο.
Είπαν μετά ότι στο κορμί του επάνω βρήκαν μια ζωγραφιά. Μια γυναίκα με όμορφα μάτια που τους κοιτούσε και μαλλιά όλο μπούκλες.
Όσο και εάν τον έπλυναν....εκείνη η ζωγραφιά , δεν  ήθελε να φύγει...

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

τι κοιτάς ?

Δεν ήταν η πρώτη φορά που στεκόταν και κοιτούσε τον κήπο του.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που η συγκεντρωμένη έκφρασή του έκλεινε μέσα της την λύπη.
Αυτή την εικόνα είδε ο άγνωστος που ερχόταν από το δρόμο. Στάθηκε και τον κοίταξε. Μετά κοίταξε τον κήπο.
-Τι κοιτάς τόσο σοβαρός? τον ρώτησε.
-Μα δεν βλέπεις? Δεν βλέπεις πόσα αγριόχορτα υπάρχουν? Συνέχεια προσπαθώ να τα ξεριζώσω αλλά εκείνα υπάρχουν ακόμη. Ξεπετάγονται από παντού.
-Εγώ βλέπω όμορφα λουλούδια, του είπε ο άγνωστος και χαμογέλασε... μόνο που είναι πολύ παραμελημένα.
Φρόντισε τα λουλούδια σου...
-Τα λουλούδια μου ? Μα μόνο αγριόχορτα βλέπω... , του απάντησε λυπημένος.
-Δεν έχει πάντα αποτέλεσμα να μάχεσαι τα αγριόχορτα. Έτσι δυναμώνουν. Συνήθως οι ρίζες τους είναι βαθιές. Καλλιέργησε τα λουλούδια σου. Κλάδεψέ τα, ρίξε λίπασμα, δώστους νερό και χώρο, φρόντισε να αναπτυχθούν.   Θα ομορφήνουν και θα δυναμώσουν.
Έτσι  τα αγριόχορτα θα αποδυναμωθούν, είπε ο άγνωστος και συνέχισε τον δρόμο του.

Ήταν η πρώτη φορά, που στεκόταν και κοιτούσε τα λουλούδια του...