Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Αναστάσιμο



Αρκεί, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο να ανάψεις ένα κερί.
Αυτό το μικρό φως διαλύει το σκοτάδι.
Αυτό είναι μια πραγματικότητα.
Το αντίστροφο δεν υφίσταται.
Σε ένα φωτεινό δωμάτιο, ένα μικρό κομμάτι σκοταδιού, απλώς... δεν υπάρχει.
Και αυτό είναι μια πραγματικότητα.
Τώρα ζούμε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο…

Ο ήλιος, ως αυτόφωτο κάποια χρονική στιγμή συναντιέται με την σελήνη.
Τότε έχουμε έκλειψη, κοιτώντας το φαινόμενο από τη γη.
Ο ήλιος όμως είναι εκεί, πάντα, για να φωτίζει , να ζεσταίνει και να κάνει υπαρκτή τη ζωή πάνω στον πλανήτη μας.
Μέσα από την πίστη που μας χαρίζει η γνώση , γνωρίζουμε ότι η έκλειψη θα ολοκληρώσει τον κύκλο της και θα τελειώσει ως φαινόμενο.
Τώρα ζούμε μια έκλειψη…

Σκέφτομαι…
Εάν ήταν εφικτό, ο καθένας μας να προσπαθήσει να ανακαλύψει τον ήλιο μέσα του…ή έστω μια ηλιαχτίδα…ή έστω το φως από ένα κερί…
Εάν, όλοι αυτοί  μπορούσαν να συνδεθούν με κάποιο τρόπο, σε ένα ικανό αριθμό*,  θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σιγά, σιγά, η πραγματικότητα γύρω μας...

Σκέφτομαι…
Το πείραμα των 100 πιθήκων...
άσχετα από το γεγονός ότι οι σκεπτικιστές δεν δέχονται το αποτέλεσμα.
Εάν 100 πίθηκοι μάθουν …ας πούμε να πλένουν μια πατάτα με ένα συγκεκριμένο τρόπο…, τότε η γνώση αυτή γίνεται κτήμα αυτού του είδους...

Μπορούμε να σκεφτούμε τις δυνατότητες…?
Ίσως να είναι ενδιαφέρουσες σκέψεις, όταν κοιτάμε τη φλόγα από το κερί της Ανάστασης...



*ικανός αριθμός = αριθμός κρίσιμης μάζας 


Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

το δοχείο


Σκέφτομαι ότι το κληρονομημένο δυναμικό είναι κάτι που δεν μπορούμε να το υπερβούμε.
Όπως ένα δοχείο. Χωρά πάντα συγκεκριμένα λίτρα υγρού.

Από την άλλη όμως πλευρά, πόση επαφή, επίγνωση έχουμε άραγε… όσον αφορά την ύπαρξη και τις ιδιότητες αυτού του δυναμικού ?

Και εάν αποκτήσουμε αυτή την επίγνωση… τι τελικά το κάνουμε?
Που το διοχετεύουμε ? και... για ποιόν λόγο ?

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Τα Δαιμόνια


The Gargoyle
by Andrew Davidson
Βραβείο Sunburst 2009 στον Καναδά, στην κατηγορία λογοτεχνίας του Φανταστικού.

Άραγε, για ποια δαιμόνια ακριβώς μιλά αυτό το βιβλίο. Για τα δαιμόνια που διακοσμούν τα αετώματα των γοτθικών καθεδρικών ναών, για τα δαιμόνια, δαίμονες που ζουν μέσα μας, για τους  υπερβατικούς δαίμονες, για τους δαίμονες που ζούν ανάμεσά μας μεταμφιεσμένοι σε ανθρώπους?
Ο Σωκράτης μιλούσε για το δαιμόνιο εντός του αλλά σίγουρα δεν μιλά αυτό το βιβλίο για τέτοιου τύπου δαιμόνια.
Ή μήπως?


“Από τα ελάχιστα πράγματα που γνωρίζουμε με ασφάλεια για τον ιστορικό Σωκράτη είναι η κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον του το 399 π.Χ. και που οδήγησε στην καταδίκη του σε θάνατο. Στηριζόταν σε δύο σημεία: ότι δεν αναγνωρίζει τους θεούς της πόλης και εισάγει «καινά δαιμόνια», και ότι διαφθείρει τη νεολαία.
Γνωρίζουμε το κατηγορητήριο, δεν γνωρίζουμε όμως το ακριβές νόημά του. Τι εννοούσαν οι κατήγοροι όταν έκαναν λόγο για «καινά δαιμόνια»;
Ο Σωκράτης άκουγε κατά καιρούς μια εσωτερική «φωνή», που του έδινε κάποια σημάδια για τη μελλοντική του συμπεριφορά. Στις υποδείξεις του δαιμονίου ο Σωκράτης φαίνεται ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Η σχέση του Σωκράτη με το προσωπικό του δαιμόνιο ήταν κάτι πασίγνωστο σε όσους τον συναναστρέφονταν, αλλά θα πρέπει να είχε γίνει γνωστή και σε ευρύτερους κύκλους, συνεισφέροντας ένα ακόμη κομματάκι στο παζλ της «άτοπης» προσωπικότητας του μοναδικού αυτού ανθρώπου.

Tο δαιμόνιο έπαιζε έναν σημαντικό ρόλο στην προσωπικότητα του Σωκράτη. Εικάζουμε ότι αυτή η προσωπική επικοινωνία του με το θείο ήταν κάτι που ενοχλούσε πολλούς από τους συγχρόνους του, ιδίως επειδή ο θεός που επικαλείται ο Σωκράτης ήταν ο Απόλλων, ο ευνοούμενος θεός της αριστοκρατικής παράταξης της Αθήνας. Και θεωρούμε πιθανό ότι το δαιμόνιο εμμέσως ή αμέσως έπαιξε ρόλο στη δίκη και την καταδίκη του Σωκράτη. Για το πώς όμως ο ίδιος ερμήνευε αυτό το χάρισμά του και πώς το ενέτασσε στη φιλοσοφία του, δεν έχουμε το παραμικρό αντικειμενικό στοιχείο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που ο Πλάτων αντιμετωπίζει το σωκρατικό δαιμόνιο.  
Ας δούμε τι βάζει τον Σωκράτη να λέει για το δαιμόνιο στην απολογία του.
«Αυτό το πράγμα ξεκίνησε να μου συμβαίνει από τότε που ήμουν παιδί, μια φωνή που ακούω μέσα μου, η οποία όταν ακούγεται, με αποτρέπει να κάνω κάποιες πράξεις, αλλά δεν μου υποβάλλει ποτέ τι να κάνω…….» (31c-32a).

Όλο το άρθρο, απ΄όπου και οι παραπομπές …


"Ο όρος «δαίμων» στην ελληνική γλώσσα δεν είναι βεβαίως ισοδύναμος, προς τον όρο θεός, δεν απέχει όμως πολύ από αυτόν και είναι σύγχρονος όρος αρχαιότερος, όπως και οι δαίμονες είναι αρχαιότεροι των θεών. 
Με τις νεότερες ιδέες περί δαιμόνων, αυτοί έγιναν πονηροί από την στιγμή που εκτελούσαν τα αντίθετα με τους θεούς, οι οποίοι με τον καιρό αποβάλλουν το δαιμονικό και φοβερό και γίνονται ηθικά όντα. Από αυτή την αντίθεση γεννήθηκαν οι πολλαπλοί μύθοι περί της μεταξύ των θεών και δαιμόνων πάλης κατά την οποία νικητές αναδεικνύθηκαν οι θεοί και οι δαίμονες έγιναν υποτελείς τους. Ως τέτοιοι πιστεύονται ως όντα μεσάζοντα μεταξύ θεών και ανθρώπων, όπως φαίνεται και στις ανώτερες θρησκείες, των οποίων τους θεούς εξύψωσαν θεολόγοι και ποιητές. 
Στην μονοθεϊστική θρησκεία, όπου εξαίρεται το μεγαλείο και η παντοδυναμία του Θεού, οι δαίμονες εκπίπτουν ακόμη περισσότερο, καθιστάμενοι ολωσδιόλου πονηρά όντα και ταυτιζόμενοι με τους ψευδείς θεούς της ειδωλολατρίας, τους οποίους οι θρησκείες αυτές δεν αρνούνται εντελώς. Υπό την έννοια αυτή καλούνται και δαιμόνια.

Ό όρος δαίμων ουδεμία σχέση έχει με την διαστρεβλωτική ερμηνεία του όρου πού κατά κόρον στις παραδόσεις των μονοθεϊστικών θρησκειών αναφέρεται. Δαίμων στην αρχαία γλώσσα μας σημαίνει συνετός, όπως δηλαδή τους χαρακτήριζε ο Ησίοδος ως δαήμονες = σοφούς, συνετούς. 
Υπάρχουν φυσικά και άλλες ετυμολογικές ερμηνείες για την λέξη δαίμων, όπως αυτές πού μας παραθέτει ο καθηγητής Βάλτερ Μπάρκετ στο πολύ σημαντικό έργο του «Αρχαία Ελληνική θρησκεία», οπού γράφει: «η ρίζα δαι- έχει πολλές σημασίες, ή συνηθέστερη ερμηνεία είναι «αυτός πού διανέμει». Προσκρούει στην δυσκολία όμως ότι δαίω σημαίνει χωρίζω, διαμελίζω και όχι απονέμω, διανέμω. Επίσης είναι δυνατόν να σημαίνει «αυτός πού φωτίζει».

Γράφει Ο Πλάτων στον Κρατύλο: 
ΣΩΚΡΑΤΗ: Αλήθεια, Ερμογένη. Τι να σημαίνει άραγε το όνομα «δαίμονες»; Πρόσεξε αν σου φανώ ότι λέω κάτι σπουδαίο.
ΕΡΜ. Λέγε.
ΣΩ, Γνωρίζεις ποιοι, κατά τον Ησίοδο, είναι οι δαίμονες;
ΕΡΜ. Δεν γνωρίζω.
ΣΩ. Δεν γνωρίζεις ούτε για το χρυσό γένος των ανθρώπων, πού λέει ότι υπήρξε πρώτο;
ΕΡΜ, Αυτό το ξέρω.
ΣΩ. Λέει λοιπόν γι' αυτό: Μόλις το γένος τούτο χωρίστηκε σε μέρη, οι δαίμονες αγνοί και γήινοι ονομάζονται, λαμπροί, προστάτες από το κακό, φύλακες των ανθρώπων.
ΕΡΜ. Δηλαδή τι εννοείς;
ΣΩ. Νομίζω πώς λέγοντας χρυσό γένος δεν εννοεί φτιαγμένο από χρυσάφι, άλλα καλό και ωραίο. Απόδειξη θεωρώ το γεγονός, ότι για μας λέει πώς είμαστε σιδερένιο γένος.
ΕΡΜ. Έχεις δίκιο.
ΣΩ. Πιστεύεις λοιπόν ότι, και αν κάποιος από τους σύγχρονους μας είναι καλός, θα μπορούσε να πει πώς ανήκει στο χρυσό γένος;
ΕΡΜ. Βέβαια.
ΣΩ. Οι καλοί όμως είναι συνετοί ή τίποτε άλλο;
ΕΡΜ. Συνετοί.
ΣΩ. Κατά τη γνώμη μου, αυτό περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει τους δαίμονες"

Αποσπάσματα από την παρακάτω εκτεταμένη προσέγγιση στο περί δαιμονίων θέμα με πλήθος πληροφορίες και προεκτάσεις. 


Κι΄όμως, το βιβλίο αυτό, αφορά μια μαθητεία στην αγάπη.
Προς κάθε κατεύθυνση…


«Η αληθινή αγάπη, απροσπέλαστη σε έναν τρίτο παρατηρητή, φαντάζει πάντα στα αμέτοχα μάτια του τερατώδης, εξωπραγματική, όπως π.χ. τα τερατόμορφα δαιμόνια στις υδρορροές των καθεδρικών ναών. Αυτό το μυθιστόρημα αποδεικνύει ότι ο δρόμος προς την αγάπη, αν αυτή είναι αληθινή, ισοδυναμεί με το άγριο μαρτύριο του σώματος που πυρπολείται ή που βυθίζεται στον πάγο – με δυο λόγια με κόλαση. Στην κυριολεξία».

Το site των εκδόσεων με αναφορά στο βιβλίο.

Σκέφτομαι ότι, ένα βιβλίο που θέλουμε να υπάρχει στην βιβλιοθήκη μας, δεν το κατέχουμε, μας κατέχει, διαφορετικά δεν θα είχε λόγο ύπαρξης εκεί, παρά μόνο από επίδειξη και ματαιοδοξία.
Είναι δύσκολο να μιλήσεις για ένα βιβλίο που σε κατέχει, και ίσως η λέξη κατοχή να μην είναι η ακριβής, γιατί περισσότερο η σχέση αυτή έχει να κάνει με αγάπη, με έρωτα και μπορεί ο έρωτας να κατέχει, η αγάπη όμως όχι.
Εάν κάτι αγαπήσουμε …αυτό είναι αλήθεια…δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για αυτό. Εάν είναι εύκολο, εύκολο να το βάλουμε κάτω από ταμπέλες και διακοσμητικά μάλλον δεν αγαπάμε βαθιά.
Το αγάπησα αυτό το βιβλίο. Όχι από την πρώτη στιγμή, αλλά σταδιακά. Δεν μπορώ λοιπόν να αναφερθώ σε αυτό, αν και η ύπαρξη αυτής της ανάρτησης είναι αυτή ακριβώς…να αναφερθώ σε αυτό που διάβαζα τον τελευταίο καιρό.
Έτσι αναφέρομαι…χωρίς στην ουσία να το κάνω…



Υ.Γ. έχεις πολύ υπομονή αφού έφτασες έως εδώ :) 


Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

perfect


Μια φορά και ένα καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας γέροντας σε ένα καλύβι μακριά από την πόλη, μέσα στο δάσος. Όποιος περνούσε από εκεί, έλεγε μετά ότι πάντα ο γέροντας ζητούσε χαρτιά και μπογιές. Τίποτα άλλο δεν ήθελε. Κανείς ποτέ δεν είχε δει ούτε μία ζωγραφιά. Ούτε ένα σκίτσο.
Δεν φοβόταν κανένα αυτός ο γέροντας. Είχε κάνει φίλο του ένα λύκο, από τότε που ήταν κουτάβι και δεν τολμούσε κανείς να τον πειράξει.
Καθόταν τα απογεύματα στην αυλή του σπιτιού του , με τον λύκο στα πόδια του, φίλο και προστάτη, ακίνητοι και οι δύο σαν αγάλματα. Μερικές φορές κάτι έσκυβε και του έλεγε, ο λύκος γρύλιζε καθώς τον κοιτούσε και αυτό ήταν όλο.
Αχώριστοι.

Δεν είναι τέλειο, είπε στον λύκο. Το έπιασε με τα δυο του χέρια, το τσαλάκωσε και το πέταξε στην φωτιά.
Ήταν κρύο αυτό το βράδυ και ότι ξύλα είχε, τα είχε βάλει να καούν για να τον ζεστάνουν. Τα τελευταία του ήταν. Είχε πολύ παγωνιά για να βγει να κόψει άλλα, και φοβόταν ότι θα ξεπάγιαζε απόψε.
Κοίταξε τη φωτιά λυπημένος.
-Τελικά μόνο εσύ μου απέμεινες …της είπε…Εσύ και αυτό το ζωντανό, χαϊδεύοντας την κουλουριαστή ράχη του λύκου.
Χάρηκε η φωτιά με τα λόγια του και έκανε μια ψηλή πιρουέτα για να τον ευχαριστήσει…
Ξαναπήρε ένα κομμάτι χαρτί, τα μολύβια του και τις μπογιές του και άρχισε πάλι να ζωγραφίζει.
Μετά από ώρα, κοίταξε τη ζωγραφιά του με απογοήτευση. Δεν είναι τέλειο, είπε από μέσα του. Το έπιασε με τα δύο του χέρια, το τσαλάκωσε και το πέταξε στην φωτιά.
Η φωτιά χάρηκε. Χαίρεται να είναι ζωντανή, να υπάρχει.

Πήρε πάλι ένα κομμάτι χαρτί και η σκηνή επαναλήφθηκε μέχρι το ξημέρωμα. Καμία ζωγραφιά δεν ήταν τέλεια στα μάτια του. Όλες κάηκαν. Η μία πίσω από την άλλη, μέχρι που μόνο μια κόλα χαρτί του έμεινε.

Τα μάτια του τον έτσουζαν, λίγο από την αϋπνία, λίγο από τα δάκρυα. Δεν ήξερε εάν δάκρυζε γιατί έτσουζαν τα μάτια του ή δάκρυζε η ψυχή του.
Ένα δάκρυ κύλησε στο χαρτί. Έπεσε εκεί που είχε ζωγραφίσει μια μπούκλα από τα μαλλιά της. Τα μάτια της τον κοιτούσαν έντονα. Μια μουτζούρα εμφανίστηκε εκεί που κύλησε το δάκρυ.
Πήρε το ένα χρώμα, το έδεσε με το άλλο, τα ένωσε και έφτιαξε δικό του χρώμα, διαφορετικό. Και μετά άλλο ένα, σε μια άλλη μπούκλα από τα μαλλιά της, και άλλο ένα, μέχρι που όλα έγιναν υγρά, ρευστά, διάφανα.
Τώρα είναι τέλειο, είπε από μέσα του.
Το άπλωσε και το έβαλε στο μέρος της καρδιάς , μέσα από το πουκάμισό του. Έγειρε εκεί, δίπλα στην φωτιά που  έκαιγε σιγανά, χαμογέλασε και τον πήρε ο ύπνος.
Η φωτιά τον κοίταξε με αγάπη. Κοιμήσου. Εγώ θα σε προσέχω μέχρι να μην υπάρχω πια. Κρίμα που βρήκε αυτό που έφτιαξε τέλειο. Θα μπορούσα να τον ζεστάνω λίγο ακόμη.

Τον βρήκε την άλλη ημέρα ένας περαστικός. Άκουσε τον λύκο να ουρλιάζει και έτρεξε να δει. Η φωτιά σβηστή από ώρες και εκείνος κουλουριασμένος εκεί με ένα χαμόγελο.
Είπαν μετά ότι στο κορμί του επάνω βρήκαν μια ζωγραφιά. Μια γυναίκα με όμορφα μάτια που τους κοιτούσε και μαλλιά όλο μπούκλες.
Όσο και εάν τον έπλυναν....εκείνη η ζωγραφιά , δεν  ήθελε να φύγει...

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010