Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

perfect


Μια φορά και ένα καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας γέροντας σε ένα καλύβι μακριά από την πόλη, μέσα στο δάσος. Όποιος περνούσε από εκεί, έλεγε μετά ότι πάντα ο γέροντας ζητούσε χαρτιά και μπογιές. Τίποτα άλλο δεν ήθελε. Κανείς ποτέ δεν είχε δει ούτε μία ζωγραφιά. Ούτε ένα σκίτσο.
Δεν φοβόταν κανένα αυτός ο γέροντας. Είχε κάνει φίλο του ένα λύκο, από τότε που ήταν κουτάβι και δεν τολμούσε κανείς να τον πειράξει.
Καθόταν τα απογεύματα στην αυλή του σπιτιού του , με τον λύκο στα πόδια του, φίλο και προστάτη, ακίνητοι και οι δύο σαν αγάλματα. Μερικές φορές κάτι έσκυβε και του έλεγε, ο λύκος γρύλιζε καθώς τον κοιτούσε και αυτό ήταν όλο.
Αχώριστοι.

Δεν είναι τέλειο, είπε στον λύκο. Το έπιασε με τα δυο του χέρια, το τσαλάκωσε και το πέταξε στην φωτιά.
Ήταν κρύο αυτό το βράδυ και ότι ξύλα είχε, τα είχε βάλει να καούν για να τον ζεστάνουν. Τα τελευταία του ήταν. Είχε πολύ παγωνιά για να βγει να κόψει άλλα, και φοβόταν ότι θα ξεπάγιαζε απόψε.
Κοίταξε τη φωτιά λυπημένος.
-Τελικά μόνο εσύ μου απέμεινες …της είπε…Εσύ και αυτό το ζωντανό, χαϊδεύοντας την κουλουριαστή ράχη του λύκου.
Χάρηκε η φωτιά με τα λόγια του και έκανε μια ψηλή πιρουέτα για να τον ευχαριστήσει…
Ξαναπήρε ένα κομμάτι χαρτί, τα μολύβια του και τις μπογιές του και άρχισε πάλι να ζωγραφίζει.
Μετά από ώρα, κοίταξε τη ζωγραφιά του με απογοήτευση. Δεν είναι τέλειο, είπε από μέσα του. Το έπιασε με τα δύο του χέρια, το τσαλάκωσε και το πέταξε στην φωτιά.
Η φωτιά χάρηκε. Χαίρεται να είναι ζωντανή, να υπάρχει.

Πήρε πάλι ένα κομμάτι χαρτί και η σκηνή επαναλήφθηκε μέχρι το ξημέρωμα. Καμία ζωγραφιά δεν ήταν τέλεια στα μάτια του. Όλες κάηκαν. Η μία πίσω από την άλλη, μέχρι που μόνο μια κόλα χαρτί του έμεινε.

Τα μάτια του τον έτσουζαν, λίγο από την αϋπνία, λίγο από τα δάκρυα. Δεν ήξερε εάν δάκρυζε γιατί έτσουζαν τα μάτια του ή δάκρυζε η ψυχή του.
Ένα δάκρυ κύλησε στο χαρτί. Έπεσε εκεί που είχε ζωγραφίσει μια μπούκλα από τα μαλλιά της. Τα μάτια της τον κοιτούσαν έντονα. Μια μουτζούρα εμφανίστηκε εκεί που κύλησε το δάκρυ.
Πήρε το ένα χρώμα, το έδεσε με το άλλο, τα ένωσε και έφτιαξε δικό του χρώμα, διαφορετικό. Και μετά άλλο ένα, σε μια άλλη μπούκλα από τα μαλλιά της, και άλλο ένα, μέχρι που όλα έγιναν υγρά, ρευστά, διάφανα.
Τώρα είναι τέλειο, είπε από μέσα του.
Το άπλωσε και το έβαλε στο μέρος της καρδιάς , μέσα από το πουκάμισό του. Έγειρε εκεί, δίπλα στην φωτιά που  έκαιγε σιγανά, χαμογέλασε και τον πήρε ο ύπνος.
Η φωτιά τον κοίταξε με αγάπη. Κοιμήσου. Εγώ θα σε προσέχω μέχρι να μην υπάρχω πια. Κρίμα που βρήκε αυτό που έφτιαξε τέλειο. Θα μπορούσα να τον ζεστάνω λίγο ακόμη.

Τον βρήκε την άλλη ημέρα ένας περαστικός. Άκουσε τον λύκο να ουρλιάζει και έτρεξε να δει. Η φωτιά σβηστή από ώρες και εκείνος κουλουριασμένος εκεί με ένα χαμόγελο.
Είπαν μετά ότι στο κορμί του επάνω βρήκαν μια ζωγραφιά. Μια γυναίκα με όμορφα μάτια που τους κοιτούσε και μαλλιά όλο μπούκλες.
Όσο και εάν τον έπλυναν....εκείνη η ζωγραφιά , δεν  ήθελε να φύγει...

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Sometimes in life we meet someone special, who is more than a friend.. Whom we admire, one for whom our heart beats.. And sometimes we have to survive with our dreams.. Until these dreams will be a reality.. Take care your self my dear nomad.. I like the stories with happy end.. Because my stories have ALWAYS happy end..

Ανώνυμος είπε...

The Gargoyle !! Andrew Davidson !!
Do you like it?

η περιπλανώμενη είπε...

I would love your stories…so… can you tell me one someday?
Until then, take care your self too, my dear ..without a name..
The Gargoyle is excellent!! I’m at 297 page now.

Sometimes in life we meet someone, who is more than everything..

Ανώνυμος είπε...

I promise you that we will always be together... Till the end of time....
http://www.youtube.com/watch?v=CR3hg452VGc

Ανώνυμος είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=WVMI2LdrPJE

Ανώνυμος είπε...

.........θέλω να δω τα χέρια σου..........
http://www.youtube.com/watch?v=WVMI2LdrPJE