Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Συνταξιδιώτες


Είχε μια έκφραση, λες και μόλις κατάπιε κάτι που της είχε προκαλέσει αηδία.

Χείλη διακριτικά βαμμένα, μαλλί κρεπαρισμένο κομμωτηρίου , φουλάρι στο λαιμό, πάνω από 60…
Και οι άλλες δύο έτσι ήταν…
Το μόνο που άλλαζε από τις συντηρητικού ύφους , εντός ταγιέρ με φουλάρι και ελαφρό τακούνι στο παπούτσι , ήταν οι εκφράσεις τους. Ακόμη και το μαλλί τους ήταν όμοιο.
Κοντό, σε ένα χρώμα που στεκόταν με σοβαρότητα μεταξύ του καστανού και του ξανθού.
Αποτυπωμένη έκδηλη αηδία στο πρόσωπο της μίας.
Μια ψυχρή μάσκα το πρόσωπο της άλλης με ρυτίδες κάθετες που θύμιζαν κάγκελα φυλακής.
Η τρίτη ήταν σα να μην είχε πρόσωπο. ΄Ηταν δηλαδή ένα από αυτά τα άχρωμα πρόσωπα που δεν τα θυμόμαστε ποτέ, λες και η ζωή πέρασε και δεν άφησε κανένα αποτύπωμα, κανένα ίχνος της ύπαρξής της, δεν δώρισε καμία έκφραση στα μάτια της. Την αγνόησε!

Τρεις φίλες , με κάποιο τρόπο δεμένες η μία με την άλλη, όπου η δύναμή τους πήγαζε μέσα από την συνύπαρξή τους.
Μου αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους και να φαντάζομαι την ιστορία της ζωής τους, ή στιγμιότυπά τους.

Δεν ήταν ευτυχισμένες γυναίκες. Ήταν όμως γυναίκες του καθήκοντος.
Είμαι σίγουρη ότι το καθήκον τους το έκαναν στη ζωή τους. Παντρεύτηκαν, έφτιαξαν ένα σπίτι, ανάθρεψαν και έθρεψαν παιδιά, συσσώρευσαν αγαθά, είχαν τις ασχολίες τους και έφθασαν αισίως στα 60 + της ζωής τους, παρέα, καθισμένες πλάι, πλάι στα καθίσματα του τρένου, ανέκφραστες, περιφερόμενες μάσκες, σιωπηλές μάσκες. Κακέκτυπο η μία της άλλης , κακέκτυπα της ιδέας που είχαν διαμορφώσει για το «σοβαρή κυρία», χωρίς χαμόγελο, στητές και άχρωμες.
Σίγουρα ήταν γυναίκες του καθήκοντος. Ενός καθήκοντος χωρίς χαμόγελο, στητό και άχρωμο.

Διαγώνια , στην απέναντι θέση καθόταν η «ζωή». Δεν ξέρω το όνομά της, αλλά την βάφτισα Ζωή, από τα ανέμελα νιάτα της, την λάμψη στο βλέμμα, τη σιγουριά στο ύφος, το ατημέλητο ντύσιμό της, το στήσιμο του σώματός της.
Γύρω στα 25 , με την αγριάδα και την αποφασιστικότητα των γύρω στα 25. Η «ζωή» μιλούσε στο κινητό.
Γενικά, εάν το προσεγγίσουμε έτσι… η ζωή μιλάει, εκφράζεται, κινείται. Αντιπαθεί την στασιμότητα και την στατικότητα.
Άραγε η «ζωή» στα 60+ της θα έχει γίνει μια γυναίκα του καθήκοντος ή θα παρέμενε «ζωή» ότι και εάν θα σήμαινε αυτό για εκείνη?

Είναι περίεργο, αλλά σωστό ή λάθος, έτσι το αντιλαμβάνομαι πια.
 Έτσι το εισπράττω…
Το να ζείς…αποτελεί υπέρβαση.
Κι΄όμως η επιλογή αυτή θα έπρεπε να είναι το αυτονόητο



  

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

rebirth of eagle

Eagle has to make painful decision to survive.
  This is a story of the Eagle’s life. Eagle has long life up to 70 years. It has patient to survive.

Image via Wikipedia
    To live till 70 years, he has to pass though a hard decision. It’s talons works properly till 40 years. After 40 years, it’s talons becomes weak and can’t grab prey. It’s long and sharp beak also becomes bent. It’s thick feathers become stuck to chest due to heavy wings and can’t fly freely. Then Eagle has left only two options: either die or pass through a painful process of the changes, which lasts 5 months.

Image source
     When Eagle reached near 40, it’s beak,talon and feathers becomes weak. For new life, agle makes one hard decision. Eagle flies on top of a mountain and sits on nest. Then Eagle strikes its beak against a rock and pull it out.  After that it waits for new beak to grow. Then it starts plucking out it’s talons. New talons grow back. Then it plucks its old and thick feathers.

Image source

Image by foxypar4 via Flickr
Now the painful process completed and it has to wait for 5 month to recover. After that it can make its fly to sky and  can enjoy new birth. Now it can live 30 years more.
       Some change needs to survive in difficulty. In miserable condition, we have to change life style. That process may be very painful. Sometimes we have to throw our old habits, memories and our daily routines. We can’t go ahead with all our past burdens. Then we have to free our burdens and sorrows.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Ο πειρασμός



Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
Καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
Κι᾿ οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,
Τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ῾ναι κι ἄσπρο,
Ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὡς τὸν πάτο,
Μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα,
Ποῦ ῾χ᾿ εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.



απόσπασμα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Δ.Σολωμού